Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rubric
01
ενότητα, κανόνας
an authoritative rule of conduct or procedure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rubrics
02
ενότητα, κατηγορία
category name
03
ρουμπρίκα, τίτλος τυπωμένος με κόκκινο
a title or heading that is printed in red or in a special type
04
ρουμπρίκα, κόκκινο κείμενο
red text or decorations used to indicate headings, important passages, or instructions for the manuscript's production
05
ρουμπρίκα, λειτουργική οδηγία
directions for the conduct of Christian church services (often printed in red in a prayer book)
06
επικεφαλίδα, ρουμπρίκα
a heading that names a statute or legislative bill; may give a brief summary of the matters it deals with
07
κριτήρια αξιολόγησης, ρουμπρίκα αξιολόγησης
a set of criteria or guidelines used to evaluate and grade student performance on assignments, projects, or assessments
Παραδείγματα
The teacher developed a rubric to provide clear expectations for grading essays.
Ο δάσκαλος ανέπτυξε ένα κριτήριο αξιολόγησης για να παρέχει σαφείς προσδοκίες για τη βαθμολόγηση δοκιμίων.
to rubric
01
διακοσμώ με ρουμπινί χρώμα, στολίζω με ρουμπινί χρώμα
adorn with ruby red color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rubric
γ΄ ενικό πρόσωπο
rubrics
ενεστώτα μετοχή
rubricing
απλός αόριστος
rubriced
παθητική μετοχή
rubriced



























