Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
creepily
Παραδείγματα
She smiled creepily before disappearing into the dark.
Χαμογέλασε ανατριχιαστικά πριν εξαφανιστεί στο σκοτάδι.
02
ανατριχιαστικά, ενοχλητικά
in a way that feels unsettling or inappropriate, especially due to unwanted or overly familiar sexual attention
Παραδείγματα
She noticed he was behaving creepily friendly after learning about her inheritance.
Παρατήρησε ότι συμπεριφερόταν ανατριχιαστικά φιλικά αφού έμαθε για την κληρονομιά της.
Λεξικό Δέντρο
creepily
creepy
creep



























