Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lethally
01
θανατηφόρα, μολυσματικά
in a way that has the potential to cause serious harm or death
Παραδείγματα
The chemical spill in the river had lethally harmful effects on aquatic life, causing a significant environmental disaster.
Η χημική διαρροή στο ποτάμι είχε θανατηφόρες επιπτώσεις στην υδρόβια ζωή, προκαλώντας μια σημαντική περιβαλλοντική καταστροφή.
Λεξικό Δέντρο
lethally
lethal



























