Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Letter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
letters
Παραδείγματα
My grandmother prefers to communicate through handwritten letters.
Η γιαγιά μου προτιμά να επικοινωνεί μέσω χειρόγραφων επιστολών.
Παραδείγματα
The teacher told me to write each letter clearly.
Ο δάσκαλος μου είπε να γράφω κάθε γράμμα ξεκάθαρα.
03
επιστολή, σχολικό αθλητικό βραβείο
an award earned by participation in a school sport
04
γράμμα, κυριολεκτική ερμηνεία
a strictly literal interpretation (as distinct from the intention)
05
ενοικιαστής, ιδιοκτήτης
owner who lets another person use something (housing usually) for hire
to letter
01
κερδίζω ένα αθλητικό γράμμα, αποκτώ ένα αθλητικό γράμμα
win an athletic letter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
letter
γ΄ ενικό πρόσωπο
letters
ενεστώτα μετοχή
lettering
απλός αόριστος
lettered
παθητική μετοχή
lettered
02
σημειώνω γράμματα, μαρκάρω με γράμματα
mark letters on or mark with letters
03
γράφω, εκτυπώνω
set down or print with letters



























