letter
le
ˈlɛ
le
tter
litterlatter

Ορισμός και σημασία του "letter"στα αγγλικά

01

επιστολή

a written or printed message that is sent to someone or an organization, company, etc. 
letter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
letters
Παραδείγματα
I received a thank-you letter from the charity I donated to. 

Λάβα ένα γράμμα ευχαριστίας από τη φιλανθρωπική οργάνωση που δώρισα.

02

γράμμα, χαρακτήρας

any of the characters in the alphabet that stand for a sound 
letter definition and meaning
Παραδείγματα
In English, the letter "E" is the most commonly used letter. 

Στα Αγγλικά, το γράμμα "E" είναι το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο.

03

επιστολή, σχολικό αθλητικό βραβείο

an award earned by participation in a school sport 
04

γράμμα, κυριολεκτική ερμηνεία

a strictly literal interpretation (as distinct from the intention) 
05

ενοικιαστής, ιδιοκτήτης

owner who lets another person use something (housing usually) for hire 
to letter
01

κερδίζω ένα αθλητικό γράμμα, αποκτώ ένα αθλητικό γράμμα

win an athletic letter 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
letter
γ΄ ενικό πρόσωπο
letters
ενεστώτα μετοχή
lettering
απλός αόριστος
lettered
παθητική μετοχή
lettered
02

σημειώνω γράμματα, μαρκάρω με γράμματα

mark letters on or mark with letters 
03

γράφω, εκτυπώνω

set down or print with letters 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store