lethargic
le
λα
thar
ˈθɑr
θαρ
gic
ʤɪk
τζικ
/lɛθˈɑːd‍ʒɪk/

Ορισμός και σημασία του "lethargic"στα αγγλικά

01

ληθαργικός, απαθής

having no energy or interest in doing anything
lethargic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lethargic
συγκριτικός βαθμός
more lethargic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The medication he was taking had a side effect of making him feel lethargic and fatigued.
Το φάρμακο που έπαιρνε είχε ως παρενέργεια να τον κάνει να αισθάνεται ληθαργικό και κουρασμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store