Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lethal
01
θανατηφόρος, μολυσματικός
capable of causing death
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lethal
συγκριτικός βαθμός
more lethal
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
danger, health, biology
Παραδείγματα
The chemical spill released a lethal gas into the atmosphere, posing a serious risk to nearby residents.
Η χημική διαρροή απελευθέρωσε ένα θανατηφόρο αέριο στην ατμόσφαιρα, δημιουργώντας σοβαρό κίνδυνο για τους γύρω κατοίκους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lethality
lethally
nonlethal
lethal



























