lethal
le
ˈli:
li
thal
θəl
thēl

Ορισμός και σημασία του "lethal"στα αγγλικά

01

θανατηφόρος, μολυσματικός

capable of causing death 
lethal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lethal
συγκριτικός βαθμός
more lethal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The chemical spill released a lethal gas into the atmosphere, posing a serious risk to nearby residents. 

Η χημική διαρροή απελευθέρωσε ένα θανατηφόρο αέριο στην ατμόσφαιρα, δημιουργώντας σοβαρό κίνδυνο για τους γύρω κατοίκους.

Λεξικό Δέντρο

lethality
lethally
nonlethal
lethal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store