Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lethargic
01
ληθαργικός, απαθής
having no energy or interest in doing anything
Παραδείγματα
The medication he was taking had a side effect of making him feel lethargic and fatigued.
Το φάρμακο που έπαιρνε είχε ως παρενέργεια να τον κάνει να αισθάνεται ληθαργικό και κουρασμένο.
Λεξικό Δέντρο
lethargic
letharg



























