definitively
de
ντι
fi
ˈfɪ
φι
ni
νι
tive
tɪv
τιβ
ly
li
λι
definitely

Ορισμός και σημασία του "definitively"στα αγγλικά

definitively
01

οριστικά, καθοριστικά

in a way that provides a final and decisive resolution or answer 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The DNA test results definitively proved the suspect's innocence. 

Τα αποτελέσματα της δοκιμής DNA απέδειξαν οριστικά την αθωότητα του υπόπτου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

definitively
definitive
define
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store