Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
definitively
01
οριστικά, καθοριστικά
in a way that provides a final and decisive resolution or answer
Παραδείγματα
Her resignation letter definitively conveyed her decision to leave the company.
Η επιστολή παραίτησής της οριστικά μετέφερε την απόφασή της να εγκαταλείψει την εταιρεία.
Λεξικό Δέντρο
definitively
definitive
define



























