affordably
a
ə
ē
ffor
ˈfɔ:
faw
dab
dəb
dēb
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "affordably"στα αγγλικά

01

προσιτά, σε προσιτή τιμή

within one's financial means 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The clinic provides medical care affordably to low-income families. 

Η κλινική παρέχει ιατρική φροντίδα προσιτά σε οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

affordably
affordable
afford
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store