frailly
frai
ˈfreɪ
frei
lly
li
li
frillyfrailty

Ορισμός και σημασία του "frailly"στα αγγλικά

01

εύθραυστα, αδύναμα

in a manner that is physically weak, delicate, or easily broken or injured 
frailly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The elderly woman walked frailly, using a cane for support. 

Η ηλικιωμένη γυναίκα περπατούσε εύθραυστα, χρησιμοποιώντας ένα μπαστούνι για στήριξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

frailly
frail
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store