Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-conditioned
01
καλά ρυθμισμένο, σε εξαιρετική κατάσταση
having an excellent physical or mental shape due to regular exercise or maintenance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-conditioned
συγκριτικός βαθμός
better-conditioned
διαβαθμίσιμο



























