unchallenging
unchallenging
ʌnʧælɪnʤɪng
anchālinjing

Ορισμός και σημασία του "unchallenging"στα αγγλικά

unchallenging
01

απαιτητικός, χωρίς πρόκληση

requiring little effort or engagement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unchallenging
συγκριτικός βαθμός
more unchallenging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The task was so unchallenging that she finished it in under an hour. 

Η εργασία ήταν τόσο απαιτητική που την τελείωσε σε λιγότερο από μια ώρα.

Λεξικό Δέντρο

unchallenging
challenging
challenge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store