Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unchallenging
01
απαιτητικός, χωρίς πρόκληση
requiring little effort or engagement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unchallenging
συγκριτικός βαθμός
more unchallenging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The puzzle was unchallenging, providing no real test of problem-solving abilities.
Το παζλ ήταν απαλό, δεν παρείχε πραγματική δοκιμασία των ικανοτήτων επίλυσης προβλημάτων.
Λεξικό Δέντρο
unchallenging
challenging
challenge



























