undervalued
un
ˌʌn
an
der
va
ˈvæ
lued
lju:d
lyood

Ορισμός και σημασία του "undervalued"στα αγγλικά

undervalued
01

υποτιμημένος, αποδοκιμασμένος

regarded as less significant or worthy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undervalued
συγκριτικός βαθμός
more undervalued
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The novel was initially undervalued but later gained a large following. 

Το μυθιστόρημα αρχικά υποτιμήθηκε αλλά αργότερα κέρδισε μεγάλη ακολουθία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store