undertaking
Pronunciation
/ˈəndɝˌteɪkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "undertaking"στα αγγλικά

01

δέσμευση, υπόσχεση

a formal promise to do something particular
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
undertakings
02

επιχείρηση νεκροθάλπης, δραστηριότητα διευθυντή νεκροθάλπης

the trade of a funeral director
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store