undertaking
un
ˌʌn
an
der
ta
ˈteɪ
tei
king
kɪng
king

Ορισμός και σημασία του "undertaking"στα αγγλικά

01

δέσμευση, υπόσχεση

a formal promise to do something particular 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
undertakings
02

επιχείρηση νεκροθάλπης, δραστηριότητα διευθυντή νεκροθάλπης

the trade of a funeral director 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

undertaking
taking
take
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store