Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intensate
01
εντείνω, ενισχύω
to make something more intense or to enhance its strength or power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intensate
γ΄ ενικό πρόσωπο
intensates
ενεστώτα μετοχή
intensating
απλός αόριστος
intensated
παθητική μετοχή
intensated



























