broadened
Pronunciation
/bɹˈɔːdənd/

Ορισμός και σημασία του "broadened"στα αγγλικά

01

πλατυσμένος, διευρυμένος

made wider in physical dimensions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most broadened
συγκριτικός βαθμός
more broadened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The broadened desk surface offered more workspace for the multiple monitors and office equipment.
Η διευρυμένη επιφάνεια του γραφείου προσέφερε περισσότερο χώρο εργασίας για τις πολλαπλές οθόνες και τον εξοπλισμό γραφείου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store