Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
broadened
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most broadened
συγκριτικός βαθμός
more broadened
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physical-dimensions, infrastructure, space
Παραδείγματα
The broadened highway significantly improved traffic flow, reducing congestion during peak hours.
Ο διευρυμένος αυτοκινητόδρομος βελτίωσε σημαντικά τη ροή της κυκλοφορίας, μειώνοντας τη συμφόρηση στις ώρες αιχμής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
broadened
broaden



























