broadened
broa
ˈbrɔ:
μπρω
dened
dənd
ντανντ
/bɹˈɔːdənd/

Ορισμός και σημασία του "broadened"στα αγγλικά

01

πλατυσμένος, διευρυμένος

made wider in physical dimensions
Παραδείγματα
The broadened desk surface offered more workspace for the multiple monitors and office equipment.
Η διευρυμένη επιφάνεια του γραφείου προσέφερε περισσότερο χώρο εργασίας για τις πολλαπλές οθόνες και τον εξοπλισμό γραφείου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store