broadened
broa
ˈbrɔ:
braw
dened
dənd
dēnd

Ορισμός και σημασία του "broadened"στα αγγλικά

01

πλατυσμένος, διευρυμένος

made wider in physical dimensions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most broadened
συγκριτικός βαθμός
more broadened
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physical-dimensions, infrastructure, space
Παραδείγματα
The broadened highway significantly improved traffic flow, reducing congestion during peak hours. 

Ο διευρυμένος αυτοκινητόδρομος βελτίωσε σημαντικά τη ροή της κυκλοφορίας, μειώνοντας τη συμφόρηση στις ώρες αιχμής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

broadened
broaden
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store