Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hack off
[phrase form: hack]
01
ενοχλώ, εκνευρίζω
to greatly annoy someone
Transitive: to hack off sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
hack
ενεστώτας
hack off
γ΄ ενικό πρόσωπο
hacks off
ενεστώτα μετοχή
hacking off
απλός αόριστος
hacked off
παθητική μετοχή
hacked off
Παραδείγματα
The rude behavior of his coworker hacked him off yesterday.
Η αγενής συμπεριφορά του συναδέλφου του τον εξόργισε χθες.



























