Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scooch
01
καθίζω σταυροπόδι, σκύβω ελαφρά
to crouch or squat down slightly
Intransitive: to scooch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scooch
γ΄ ενικό πρόσωπο
scooches
ενεστώτα μετοχή
scooching
απλός αόριστος
scooched
παθητική μετοχή
scooched
Παραδείγματα
During the picnic, they scooched down on the blanket to enjoy the view of the sunset.
Κατά τη διάρκεια του πικνίκ, καθίσαν στην κουβέρτα για να απολαύσουν την θέα του ηλιοβασιλέματος.



























