rewilding
re
ri:
ri
wil
ˈwaɪl
vail
ding
dɪng
ding
rebuildingrewardingrewording

Ορισμός και σημασία του "rewilding"στα αγγλικά

01

επαναφορά στην άγρια φύση, αποκατάσταση φυσικών οικοσυστημάτων

the practice of restoring natural ecosystems and reintroducing native species to areas from which they have been extirpated 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Rewilding projects often focus on reintroducing large predators like wolves. 

Τα έργα αποκατάστασης της άγριας φύσης επικεντρώνονται συχνά στην επανεισαγωγή μεγάλων θηρευτών όπως οι λύκοι.

Λεξικό Δέντρο

rewilding
wilding
wild
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store