to onboard
on
ɒn
on
board
ˈbɔ:d
bawd
inboardunbarred

Ορισμός και σημασία του "onboard"στα αγγλικά

to onboard
01

ενσωματώνω, εκπαιδεύω

to integrate and familiarize a new employee or user with a system or organization 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
onboard
γ΄ ενικό πρόσωπο
onboards
ενεστώτα μετοχή
onboarding
απλός αόριστος
onboarded
παθητική μετοχή
onboarded
Παραδείγματα
We onboard all new employees with a three-day orientation program. 

Ενσωματώνουμε όλους τους νέους υπαλλήλους με ένα πρόγραμμα προσανατολισμού τριών ημερών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store