Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to onboard
01
ενσωματώνω, εκπαιδεύω
to integrate and familiarize a new employee or user with a system or organization
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
onboard
γ΄ ενικό πρόσωπο
onboards
ενεστώτα μετοχή
onboarding
απλός αόριστος
onboarded
παθητική μετοχή
onboarded
Παραδείγματα
Our app onboards customers with a simple, step-by-step tutorial.
Η εφαρμογή μας ενσωματώνει πελάτες με ένα απλό, βήμα προς βήμα tutorial.



























