Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Onager
01
όνάγρος, άγρια γάιδαρος της Κεντρικής Ασίας
a wild ass native to Central Asia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
onagers
02
όνάγρος, μεσαιωνική μηχανή πολιορκίας
an engine that provided medieval artillery used during sieges; a heavy war engine for hurling large stones and other missiles



























