Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misgender
01
παραφυλοποίηση, αναφέρομαι ή προσφέρομαι σε κάποιον χρησιμοποιώντας όρους που δεν ευθυγραμμίζονται με την επιβεβαιωμένη ταυτότητα φύλου του
to address or refer to someone using terms that don't align with their affirmed gender identity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misgender
γ΄ ενικό πρόσωπο
misgenders
ενεστώτα μετοχή
misgendering
απλός αόριστος
misgendered
παθητική μετοχή
misgendered



























