owing to
owing
əʊɪng
ewing
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "owing to"στα αγγλικά

01

λόγω, εξαιτίας

as a result of a particular cause or circumstance 
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Owing to his hard work and dedication, he received a promotion at work. 

Λόγω της σκληρής δουλειάς και της αφοσίωσής του, έλαβε προαγωγή στη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store