Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
owing to
01
λόγω, εξαιτίας
as a result of a particular cause or circumstance
Παραδείγματα
She was unable to attend owing to prior commitments.
Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί λόγω προηγούμενων δεσμεύσεων.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
λόγω, εξαιτίας