Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
toasty
01
ψημένος, φρυγανισμένος
(of food) heated or cooked until pleasantly warm, often slightly roasted or browned
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
toastiest
συγκριτικός βαθμός
toastier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I like my bagel extra toasty with a bit of butter.
Μου αρέσει το μπέιγκελ μου καλά ψημένο με λίγο βούτυρο.
Παραδείγματα
The room felt toasty after the fire was lit.
Το δωμάτιο ένιωθε ζεστό αφού ανάφτηκε η φωτιά.
Λεξικό Δέντρο
toasty
toast



























