toasty
toas
ˈtoʊs
τουσ
ty
ti
τι
/tˈə‌ʊsti/

Ορισμός και σημασία του "toasty"στα αγγλικά

01

ψημένος, φρυγανισμένος

(of food) heated or cooked until pleasantly warm, often slightly roasted or browned
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
toastiest
συγκριτικός βαθμός
toastier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I like my bagel extra toasty with a bit of butter.
Μου αρέσει το μπέιγκελ μου καλά ψημένο με λίγο βούτυρο.
02

ζεστός, αναθυμιάζων ζεστασιά

having a comfortably warm temperature
Παραδείγματα
The room felt toasty after the fire was lit.
Το δωμάτιο ένιωθε ζεστό αφού ανάφτηκε η φωτιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store