Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shimmering
01
λαμπυρίζων, αστραφτερός
emitting a flickering or wavering light
Παραδείγματα
The shimmering lights from the carnival rides caught the eye of passersby.
Τα απαστράπτοντα φώτα από τις βόλτες του καρναβαλιού τράβηξαν την προσοχή των περαστικών.
Λεξικό Δέντρο
shimmering
shimmer



























