challenged
cha
ˈʧæ
chā
llenged
lɪnʤd
linjd

Ορισμός και σημασία του "challenged"στα αγγλικά

challenged
01

προκλητικός, με δυσκολίες

facing difficulties or obstacles due to physical, mental, or developmental conditions 
challenged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most challenged
συγκριτικός βαθμός
more challenged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She mentors intellectually challenged students to help them reach their full potential. 

Μεντορεί μαθητές με πνευματικές προκλήσεις για να τους βοηθήσει να φτάσουν στο πλήρες δυναμικό τους.

Λεξικό Δέντρο

unchallenged
challenged
challenge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store