challenged
Pronunciation
/ˈtʃæɫəndʒd/

Ορισμός και σημασία του "challenged"στα αγγλικά

challenged
01

προκλητικός, με δυσκολίες

facing difficulties or obstacles due to physical, mental, or developmental conditions
challenged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most challenged
συγκριτικός βαθμός
more challenged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The visually challenged individual uses adaptive technology to access information and communicate effectively.
Το άτομο με προβλήματα όρασης χρησιμοποιεί προσαρμοστική τεχνολογία για να αποκτήσει πρόσβαση σε πληροφορίες και να επικοινωνήσει αποτελεσματικά.

Λεξικό Δέντρο

unchallenged
challenged
challenge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store