prized
prized
praɪzd
praizd
primed

Ορισμός και σημασία του "prized"στα αγγλικά

01

πολύτιμος, εκτιμώμενος

considered highly valuable or esteemed 
prized definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prized
συγκριτικός βαθμός
more prized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her prized accomplishment was winning the prestigious award for her research. 

Το πολύτιμο επίτευγμά της ήταν να κερδίσει το βραβείο κύρους για την έρευνά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store