mid-range
mid
mɪd
mid
range
reɪnʤ
reinj

Ορισμός και σημασία του "mid-range"στα αγγλικά

01

μεσαίας κατηγορίας, μεσαίο

falling within the middle of a range or spectrum 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most mid-range
συγκριτικός βαθμός
more mid-range
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
price, quality, position
Παραδείγματα
The hotel offers mid-range accommodations suitable for budget-conscious travelers. 

Το ξενοδοχείο προσφέρει μεσαίας κατηγορίας διαμονή κατάλληλη για ταξιδιώτες που έχουν περιορισμένο προϋπολογισμό.

01

μεσαία ζώνη, μέσο εύρος

the middle section within a defined range 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mid-ranges
Παραδείγματα
The speaker delivers clear sound in the mid-range of frequencies. 

Το ηχείο παρέχει καθαρό ήχο στη μεσαία περιοχή των συχνοτήτων.

1.1

μεσαία ζώνη, μεσαίες συχνότητες

the middle section of a musical pitch spectrum, typically between low and high frequencies 
Παραδείγματα
The singer's mid-range vocals have a warm and rich tone. 

Οι μεσαίας κλίμακας φωνητικές του τραγουδιστή έχουν ένα ζεστό και πλούσιο τόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store