Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transformative
01
μετασχηματιστικός, επαναστατικός
having the power to bring about significant changes or transformations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most transformative
συγκριτικός βαθμός
more transformative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His transformative leadership style inspired innovation and growth within the organization.
Το μετασχηματιστικό στυλ ηγεσίας του ενέπνευσε καινοτομία και ανάπτυξη στον οργανισμό.
Λεξικό Δέντρο
transformative
transform



























