Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsustainable
01
μη βιώσιμος, αβάσταχτος
not capable of being maintained or continued over the long term
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsustainable
συγκριτικός βαθμός
more unsustainable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Urban sprawl was leading to unsustainable levels of traffic congestion and pollution.
Η αστική εξάπλωση οδηγούσε σε μη βιώσιμα επίπεδα κυκλοφοριακής συμφόρησης και ρύπανσης.
Λεξικό Δέντρο
unsustainable
sustainable
sustain



























