mailroom
mail
meɪl
meil
room
rum
room

Ορισμός και σημασία του "mailroom"στα αγγλικά

01

αίθουσα αλληλογραφίας, εσωτερικό ταχυδρομείο

a designated area within an organization or building where incoming and outgoing mail and packages are sorted, processed, and distributed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mailrooms
Παραδείγματα
The courier service left the package in the mailroom for pick-up later in the day. 

Η υπηρεσία ταχυμεταφορών άφησε το δέμα στο ταχυδρομείο για να παραληφθεί αργότερα μέσα στην ημέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mailroom

mail

+

room

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store