to maim
maim
meɪm
μειμ
maxim

Ορισμός και σημασία του "maim"στα αγγλικά

to maim
01

ακρωτηριάζω, παραμορφώνω

to cause serious and often permanent injury to a person, typically by disabling a part of their body 
Transitive: to maim sb/sth
to maim definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maim
γ΄ ενικό πρόσωπο
maims
ενεστώτα μετοχή
maiming
απλός αόριστος
maimed
παθητική μετοχή
maimed
Παραδείγματα
The explosion maimed several individuals, leaving them with severe injuries. 

Η έκρηξη ακρωτηρίασε αρκετά άτομα, αφήνοντάς τα με σοβαρά τραύματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

maimed
maimer
maim
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store