Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to maim
01
ακρωτηριάζω, παραμορφώνω
to cause serious and often permanent injury to a person, typically by disabling a part of their body
Transitive: to maim sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maim
γ΄ ενικό πρόσωπο
maims
ενεστώτα μετοχή
maiming
απλός αόριστος
maimed
παθητική μετοχή
maimed
Παραδείγματα
Landmines in conflict zones pose a significant threat, capable of maiming unsuspecting civilians.
Οι νάρκες σε ζώνες συγκρούσεων αποτελούν σημαντική απειλή, ικανές να ακρωτηριάσουν αφελείς πολίτες.
Λεξικό Δέντρο
maimed
maimer
maim



























