Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ditransitive verb
01
διμεταβατικό ρήμα, ρήμα με δύο αντικείμενα
a verb that takes both a direct object and an indirect object, indicating that the action of the verb is performed on or transferred to someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ditransitive verbs



























