Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fatberg
01
fatberg, μάζα λίπους
a large congealed mass or blockage in a sewer system that is primarily composed of fats, oils, grease, and non-biodegradable items that have been flushed down drains or toilets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fatbergs
Παραδείγματα
It took several days and specialized equipment to remove the fatberg from the pipes.
Χρειάστηκαν αρκετές ημέρες και εξειδικευμένος εξοπλισμός για να αφαιρεθεί το fatberg από τους σωλήνες.



























