Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boundlessly
01
απεριόριστα, χωρίς όρια
in a way that has no limits, boundaries, or restrictions
Παραδείγματα
He pursued his dreams boundlessly, never fearing failure.
Κυνήγησε τα όνειρά του απεριόριστα, χωρίς ποτέ να φοβάται την αποτυχία.
Λεξικό Δέντρο
boundlessly
boundless
bound



























