Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stoa
01
στοά, πортиκό
a covered walkway or colonnade in ancient Greek architecture, typically consisting of a long row of columns with a roof overhead
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stoas



























