Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hornwork
01
έργο κέρατος, οχύρωση σε σχήμα κέρατος
an outwork fortification that is shaped like a horn or crescent and is typically located in front of a main fortification or entrance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hornworks
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hornwork
horn
work



























