bottommost
bo
ˈbɒ
bo
ttom
təm
tēm
most
ˌməʊst
mewst

Ορισμός και σημασία του "bottommost"στα αγγλικά

bottommost
01

κατώτατος, κάτω

positioned at the lowest part of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bottommost drawer of the cabinet was used to store seldom-needed items. 

Το κατώτατο συρτάρι του ντουλαπιού χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση σπάνια απαραίτητων αντικειμένων.

02

κατώτατος, χαμηλότερος στην ιεραρχία

holding the lowest rank or status within a hierarchy or organization 
Παραδείγματα
She started in the bottommost position in the company but quickly worked her way up. 

Ξεκίνησε από τη χαμηλότερη θέση στην εταιρεία αλλά ανέβηκε γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store