strapped
strapped
stræpt
strāpt
stripped

Ορισμός και σημασία του "strapped"στα αγγλικά

01

περιορισμένος, σε δυσχέρεια

having a limited amount of something, especially of money 
strapped definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most strapped
συγκριτικός βαθμός
more strapped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I can't go out tonight; I'm strapped. 

Δεν μπορώ να βγω απόψε· είμαι άφραγκος.

02

ένοπλος, εξοπλισμένος με όπλο

armed with a gun or firearm 
αργκό
Παραδείγματα
He always stays strapped in case something pops off. 

Είναι πάντα οπλισμένος σε περίπτωση που συμβεί κάτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store