Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
far-reaching
01
ευρέως διαδεδομένος, με ευρέως διαδεδομένες συνέπειες
having significant effects, implications, or consequences that extend over a wide area or range
Παραδείγματα
The far-reaching reach of the charity's programs helps improve the lives of people in need across the globe.
Η ευρεία εμβέλεια των προγραμμάτων της φιλανθρωπίας βοηθά στη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων σε ανάγκη σε όλο τον κόσμο.



























