far-reaching
far
fɑ:ri:ʧɪng
faariching
reaching

Ορισμός και σημασία του "far-reaching"στα αγγλικά

far-reaching
01

ευρέως διαδεδομένος, με ευρέως διαδεδομένες συνέπειες

having significant effects, implications, or consequences that extend over a wide area or range 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most far-reaching
συγκριτικός βαθμός
more far-reaching
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The far-reaching consequences of the decision affected not only the company but also its employees and customers. 

Οι ευρέως διαδεδομένες συνέπειες της απόφασης επηρέασαν όχι μόνο την εταιρεία αλλά και τους υπαλλήλους και τους πελάτες της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store