low-maintenance
low
ləʊ
lew
main
meɪn
mein
te
nance
nəns
nēns

Ορισμός και σημασία του "low-maintenance"στα αγγλικά

low-maintenance
01

χαμηλής συντήρησης, που απαιτεί λίγη φροντίδα

(of a person) requiring little care or attention 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-maintenance
συγκριτικός βαθμός
more low-maintenance
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
lifestyle, objects, characteristics
Παραδείγματα
His car is low-maintenance, needing only basic oil changes. 

Το αυτοκίνητό του είναι χαμηλής συντήρησης, χρειάζεται μόνο βασικές αλλαγές λαδιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store