Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smoked egg
01
καπνιστό αυγό, αυγό που έχει εκτεθεί σε καπνό
an egg that has been exposed to smoke, often by being cooked in a smoker or over smoldering wood chips
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
smoked eggs
LanGeek



























