Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Knafeh
01
κναφέ, κουνάφα
a Middle Eastern dessert made with shredded or thin noodle-like pastry, typically soaked in sweet syrup, layered with cheese or semolina cream
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knafehs



























