lower back
lower
ləʊə
λεουε
back
bæk
μπαικ

Ορισμός και σημασία του "lower back"στα αγγλικά

01

κάτω μέρος της πλάτης, οσφυϊκή περιοχή

the lower part of the back, extending from the bottom of the ribcage to the top of the pelvis 
lower back definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lower backs
Παραδείγματα
She felt a sharp pain in her lower back after lifting the heavy box. 

Ένιωσε έναν οξύ πόνο στην κάτω πλάτη μετά από την ανύψωση του βαρέου κουτιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store