lover boy
Pronunciation
/lʌvɚ bɔɪ/

Ορισμός και σημασία του "lover boy"στα αγγλικά

01

εραστής, ντον χουάν

a young man who is charming and romantic, often seen as being attractive to women
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lover boys
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store