Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boneless
01
χωρίς κόκκαλα
(of food, particularly meat or fish) having the bones taken out for easier consumption
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boneless
συγκριτικός βαθμός
more boneless
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She ordered a boneless chicken breast for dinner, making it easier to slice and cook.
Παρήγγειλε ένα στήθος κοτόπουλου χωρίς κόκκαλα για δείπνο, κάνοντάς το πιο εύκολο να κοπεί και να μαγειρευτεί.
02
ασπόνδυλος, αδύναμος
showing weakness or lack of determination
Παραδείγματα
He was dismissed as a boneless leader by his critics.
Απολύθηκε ως ασπόνδυλος ηγέτης από τους επικριτές του.
Λεξικό Δέντρο
boneless
bone



























