Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lift a finger
01
κουνάω το δαχτυλάκι μου, κάνω έστω το ελάχιστο
to make a minimal effort to do something, particularly in order to help someone
Παραδείγματα
He complains about the mess but never raises a finger to clean it.
Παραπονιέται για την ακαταστασία, αλλά δεν κουνάει δαχτυλάκι για να τη μαζέψει.



























